×

Journalism

Γνώμες,άρθρα,απόψεις,συνεντεύξεις,παρα-πολιτικά και άλλα ενδιαφέροντα

Home

« »

Με την αποχώρηση του, σβήνει μια ολόκληρη εποχή

January 10, 20170

Γιάννης Καρτάλης

Γράφηκαν και ειπώθηκαν πολλά για τον Στάθη Ευσταθιάδη, έναν Μεγάλο της δημοσιογραφίας και έναν ξεχωριστό άνθρωπο, που έφυγε αιφνιδίως το περασμένο Σάββατο σε ηλικία 91 ετών. Για μένα όμως προσωπικά ο «Στάθης» υπήρξε ένας Μύθος, έστω και αν σήμερα στο γενικότερο κλίμα παρακμής που ζούμε, οι λέξεις έχουν χάσει τη σημασία τους. Ενας Μύθος που ήλθα σε επαφή μαζί του από τα πρώτα μου βήματα στην εφημερίδα.

Ηταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 όταν ο Στάθης Ευσταθιάδης, εγκατεστημένος πολλά χρόνια πριν στη Νέα Υόρκη, ήταν ο ανταποκριτής του «Βήματος» και των «Νέων» με τις αποκαλυπτικές ανταποκρίσεις του να προκαλούν θόρυβο, ακόμη και την περίοδο της Χούντας και οι οποίες έφεραν τη μυστηριώδη υπογραφή «St.Eust».

Οταν μετά την πτώση της Χούντας ανέλαβα το διπλωματικό ρεπορτάζ του «Βήματος» είχα πλέον καθημερινή επαφή με τον κ. Eust, από τον οποίον μάθαινα πρώτος τα νέα από την Ουάσιγκτον και τον ΟΗΕ, σε μια περίοδο που οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις με το θέμα των βάσεων αλλά και οι σχέσεις με την Τουρκία, μετά την εισβολή στην Κύπρο και την εξαγγελία των μονομερών διεκδικήσεων στο Αιγαίο, βρίσκονταν στη πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.

Η συμβολή του Στάθη στην έγκυρη και έγκαιρη πληροφόρηση την περίοδο εκείνη υπήρξε ανεκτίμητη. Διότι πέρα από τις ανταποκρίσεις μάθαινα και όσα δεν μπορούσαν να γραφούν λόγω του αυστηρού αμερικανικού «οφ δε ρέκορντ». Μια πληροφόρηση εξαιρετικά πολύτιμη καθώς εγώ, χωρίς καμία εμπειρία, είχα πέσει από την πρώτη στιγμή στα βαθιά νερά. Γνώριζα λοιπόν τη φωνή του από τα καθημερινά τηλεφωνήματα, αλλά δεν τον είχα ποτέ συναντήσει, καθώς τα χρόνια εκείνα δεν ερχόταν στην Ελλάδα.

Τον γνώρισα για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη το 1977, όταν με δημοσιογραφική υποτροφία επισκέφθηκα για τέσσερις μήνες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Με υποδέχθηκε από την πρώτη στιγμή στο αεροδρόμιο και ήταν εκείνος που μου άνοιξε όλες τις πόρτες με τις πολύπλευρες γνωριμίες του, οι οποίες δεν περιορίζονταν μόνο στα πολιτικά πρόσωπα και γενικότερα στους Αμερικανούς αξιωματούχους, αλλά και στα διάφορα πρακτικά ζητήματα όπως τα καλά εστιατόρια, τις ενδιαφέρουσες θεατρικές παραστάσεις ή τις συναυλίες και την Οπερα.

Διότι ο Στάθης δεν υπήρξε ποτέ δημοσιογράφος με την στενή έννοια του όρου αλλά ένα άτομο, που πέρα από τις βαθύτατες γνώσεις του για τα διεθνή ζητήματα και την ιστορία, ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την Κλασσική Μουσική και την Οπερα, γεγονός που τον οδήγησε να αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με τον άλλο λάτρη του είδους Χρίστο Λαμπράκη, καθώς μάλιστα υπήρξε για πολλά χρόνια δραστήριο μέλος του Συλλόγου των Φίλων της Μουσικής, πρόεδρος του οποίου ήταν ο Λαμπράκης.

Την ευρύτητα αυτών των γνώσεων του Στάθη είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω όταν μετά από χρόνια επέστρεψε στην Ελλάδα και βρεθήκαμε στο ίδιο γραφείο, ασχολούμενοι όχι μόνον με τα διπλωματικά και τα διεθνή, αλλά και συζητώντας για τις εκδηλώσεις στο Μέγαρο Μουσικής ή σχολιάζοντας τις παραστάσεις όπερας ή τις συναυλίες που παρουσίαζαν ξεχωριστό ενδιαφέρον στο εξωτερικό.

Ερχόμασταν στο γραφείο και η πρώτη μας έγνοια ήταν να ενημερωθούμε από τις ξένες εφημερίδες και αργότερα από τα διάφορα σάιτς στο Ιντερνετ, τα οποία ο ίδιος χειριζόταν με μια απίστευτη ευκολία, ενώ εγώ με μια εξίσου απίστευτη δυσκολία. Και ακολουθούσαν ατελείωτες συζητήσεις και εκτιμήσεις, συνοδευόμενες πάντα από διάφορα πολύ ενδιαφέροντα άρθρα που είχε ο ίδιος ανακαλύψει, καθώς ερχόταν στην εφημερίδα από τις οκτώ(!) το πρωί, και μου τα φύλαγε για να τα διαβάσω, αν και πολύ συχνά μου έστελνε από νωρίς τα σχετικά e-mails στο σπίτι μου.

Αυτή ανταλλαγή e-mails καθιερώθηκε στη συνέχεια σε καθημερινή βάση. Το «ιερό Ευαγγέλιο» ήταν πάντα οι Τάιμς της Νέας Υόρκης και το περιοδικό Νιου Γιόρκερ, ενώ διαδικτυακά άκουγε κλασική μουσική από ειδικευμένους αμερικανικούς σταθμούς και τις ειδήσεις από τον ραδιοφωνικό σταθμό των Τάιμς. Ετσι δεν έχασε ποτέ την επαφή με την αγαπημένη του Νέα Υόρκη.

Ισως όμως η πιο σημαντική πλευρά της δημοσιογραφικής του παρουσίας υπήρξε ο στενός δεσμός που ανέπτυξε με σειρά Ελλήνων υπουργών Εξωτερικών και πρωθυπουργών, καθώς σε πολλές περιπτώσεις υπήρξε ένας πολύτιμος άτυπος σύμβουλός τους, παρέχοντας την μοναδική πληροφόρηση που διέθετε και την οποία οι ίδιοι οι πολιτικοί αναζητούσαν. Μεγάλη υπήρξε η προσφορά του και στη Διπλωματική Ακαδημία του υπουργείου Εξωτερικών, όπου επιμορφώνονται οι νέοι διπλωμάτες.

Ιδιαίτερα δραστήριος ήταν κατά την διάρκεια των ετησίων Γενικών Συνελεύσεων του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, γνωρίζοντας από τη μακρά εμπειρία του ως ανταποκριτής στον διεθνή αυτό Οργανισμό, τους πολύπλοκους τρόπους λειτουργίας του και τα άτομα πίσω από την λειτουργία αυτή, όπως ο στενός του φίλος και επί σειρά ετών βοηθός Γενικός Γραμματέας Σωτήρης Μουσούρης. Ηταν άλλωστε αυτή η στενή επαφή που είχε αναπτύξει με ανθρώπους σε καίρια πόστα που του επέτρεπε να έχει πάντα μια έγκυρη ενημέρωση, αλλά ταυτόχρονα να τους παρέχει και ο ίδιος συμβουλές στηριζόμενος στη μακρόχρονη εμπειρία του.

Ακόμη και όταν αργότερα ανέλαβα την Διεύθυνση Σύνταξης του «Βήματος» η καθημερινή μας επαφή δεν σταμάτησε. Ενα απλό τζάμι άλλωστε χώριζε τα γραφεία μας που ήταν το ένα δίπλα στο άλλο, με αποτέλεσμα να επικοινωνούμε μιλώντας δυνατά ο ένας στον άλλον, χωρίς να χρειάζεται να σηκωνόμαστε από τις θέσεις μας.

Αυτό συνεχίσθηκε έως την τελευταία ημέρα, που μου παρέδωσε το κομμάτι του της Κυριακής για να το διαβάσω πριν το στείλει στην διόρθωση. Οπως έκανα και εγώ με τα δικά μου άρθρα. Αυτή η ανταλλαγή κειμένων, πριν πάρουν το δρόμο για τη φωτοσύνθεση, είχε επικρατήσει τα τελευταία χρόνια, ώστε να μπορεί ο ένας να κάνει παρατηρήσεις στο γραπτό του άλλου, πριν από τη δημοσίευση.

Την τελευταία αυτή ημέρα, είναι αλήθεια, τον βρήκα αρκετά κουρασμένο, αλλά σε πλήρη πνευματική εγρήγορση να μου διηγείται το τελευταίο του ταξίδι στο Βερολίνο την Πρωτοχρονιά.

Γιατί ενώ ποτέ δεν έλειπε σε άδεια τα καλοκαίρια, πάντα κάπου πήγαινε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Πότε στη Βιέννη και πότε στη Γενεύη ή το Βερολίνο.

Δεν φαντάστηκα ποτέ ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο του ταξίδι, αλλά είμαι βέβαιος ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ΔΟΛ τις ημέρες αυτές τον επηρέασαν ψυχολογικά.

Η εφημερίδα ήταν η ζωή του.

Ερχόταν πρώτος το πρωί και έφευγε τελευταίος το βράδυ.

Με την αποχώρηση του σβήνει μια ολόκληρη εποχή.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *